Η κολπίτιδα, είναι η συνηθέστερη κολπική λοίμωξη στις γυναίκες ηλικίας 15 ως 44 ετών. Διακρίνεται στους εξής 3 κλινικούς υπότυπους:

Α) βακτηριακή κολπίτιδα θα αναπτύξει 1 στις 3 γυναίκες τουλάχιστον μία φορά στη ζωή της. Β) τριχομοναδική κολπίτιδα θα αναπτύξει 1 στις 3 γυναίκες τουλάχιστον μια φορά στη ζωή της.

Γ) μυκητιασική αιδιοκολπίτιδα θα αναπτύξουν 3 στις 4 γυναίκες (τουλάχιστον ένα επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ζωής τους, ενώ το 45% θα αναπτύξει 2 ή περισσότερα).3 στις 4 γυναίκες είναι ασυμπτωματικές. Έγκυες γυναίκες με βακτηριακή κολπίτιδα, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού ή μπορεί να φέρουν στον κόσμο μωρά με χαμηλό βάρος γέννησης σε σχέση με έγκυες γυναίκες χωρίς βακτηριακή κολπίτιδα. Επίσης, η βακτηριακή κολπίτιδα θεωρείται συνεργικός παράγοντας για την μετάδοση HIV, απλού έρπητα, γονοκόκκου ή χλαμυδίων.

Οι γυναίκες αυτές, συχνά βιώνουν έντονη δυσφορία και αμηχανία, λόγω κάποιων συμπτωμάτων και ιδιαίτερα του κολπικού κνησμού, του καψίματος, της ξηρότητας, της δυσάρεστης μυρωδιάς και των αυξημένων κολπικών εκκρίσεων. Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι συνέπειες των λοιμώξεων μπορεί να είναι ακόμα πιο σοβαρές.

Οι παράγοντες οι οποίοι εκθέτουν τους βλεννώδεις κολπικούς ιστούς σε σημαντικό αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης, είναι οι εξής:

-σύνθετες αλλαγές στην κολπική χλωρίδα όπως π.χ. η ελάττωση των γαλακτοβάκιλλων και η ανάπτυξη άλλων μικροοργανισμών. (με τον όρο χλωρίδα, εννοούμε το σύνολο των μικροοργανισμών που διαβιούν φυσιολογικά στον κόλπο της γυναίκας και που η παρουσία τους είναι ιδιαίτερα σημαντική για την φυσιολογική λειτουργία του κόλπου όπως επίσης και για την παρεμπόδιση ανάπτυξης παθογόνων μικροοργανισμών.)

-συχνή και άκαιρη λήψη αντιβιοτικών.

-πολλαπλοί ή νέοι σεξουαλικοί σύντροφοι.

-κάπνισμα.

-χαμηλή συγκέντρωση οιστρογόνων λόγω εμμηνόπαυσης.

Η θεραπεία έγκειται στη λήψη των κατάλληλων φαρμακευτικών παραγόντων ύστερα από καλλιέργεια κολπικού υγρού. Έτσι, όταν ανευρεθεί ο υπεύθυνος μικροβιακός παράγοντας πρέπει να χορηγηθεί η κατάλληλη αντιβίωση ύστερα από αντιβιόγραμμα. Στη μυκητιασική αιδιοκολπίτιδα, χορηγούνται αντιμυκητιασικοί παράγοντες και ιδιαίτερα η φλουκοναζόλη και η ιντρακοναζόλη. Επίσης, χορηγούνται και κατάλληλα καθαριστικά, που σέβονται το pH της περιοχής. (αλκαλικό).

Σε ότι αφορά την πρόληψη, καλό είναι πάντοτε να λαμβάνονται προβιοτικά κατά την λήψη αντιβίωσης, να αποφεύγονται οι σεξουαλικές επαφές με πολλαπλούς συντρόφους χωρίς προφυλακτικό, να γίνεται πλύση του κόλπου άμεσα μετά από σεξουαλική επαφή, μπάνιο στην θάλασσα ή στην πισίνα, γυμναστική, να αποφεύγεται η κολπική επαφή μετά από πρωκτική επαφή και ιδιαίτερα αν αυτή συμβεί χωρίς προφυλακτικό, να μη φορά η κοπέλα στενά και εφαρμοστά ρούχα και εσώρουχα ιδιαίτερα κατά τους θερμούς μήνες και να χρησιμοποιεί ήπια καθαριστικά σαπούνια στην περιοχή, που σέβονται το pH της. Επίσης, σε περίπτωση παχυσαρκίας πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει απώλεια βάρους ενώ αν μια γυναίκα παθαίνει συχνές κολπίτιδες, πρέπει να ψάχνεται και για συστηματικά νοσήματα και ιδιαίτερα για σαχαρώδη διαβήτη.